λείαν

λείᾱν , λεία
tool for smoothing stone
fem acc sg (attic doric aeolic)
λεί̱ᾱν , λεῖος
smooth
fem acc sg (attic doric aeolic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • λεία — Διαρπαγή κινητής και ιδιωτικής περιουσίας, κυρίως έπειτα από πολεμική επιχείρηση· λάφυρο· θήραμα που γίνεται τροφή σαρκοφάγου ζώου. δικαίωμα της λ. Είναι το δικαίωμα του εμπόλεμου κράτους να κατάσχει οποιαδήποτε αγαθά ανήκουν στον εχθρό. Στον… …   Dictionary of Greek

  • φιάλειαν — φιά̱λειαν , φιάλλω undertake aor opt act 3rd pl (attic) φιά̱λειαν , φιάλλω undertake aor opt act 3rd pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ВТОРОБРАЧИЕ — [греч. διγαμία, δεύτερος γάμος], или двубрачие, вступление в повторный (в строгом смысле термина во 2 й) брак. Вступление в 3 й брак называют троебрачием (τριγαμία), в последующие браки многобрачием (πολυγαμία). Церковь всегда считала… …   Православная энциклопедия

  • AGELIA — epitheton Minervae, quasi ἄγουτα λεῖαν. i. e. praedam abducens. Cael. Rhodig. l. 14. c. 18. lege Agelaea …   Hofmann J. Lexicon universale

  • CAPTA — iniustô bellô, possessoribus suis reddere ratio iubet. Sed et factum id saepe legimus. Livius certe cum retulisset a L. Lucretio Tricpitino victos Volscos et Aequos, expositam ait in Campo Martio praedam, ut suum quisuq eper triduum cognitum… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • PRAEDA — in publicis belli actibus Populi romani fuit, cuius dispensandae arbitrium aliquod Imperatoribus belli quidem concedebatur, ita tamen ut rationes reddere tenerentur, ne in Peculatus crimen inciderent. Sic Scipionem Africanum seniorem. a Poetilio… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • RAPINA — furtum impudenter ac vi factum, IC. definitur cuius actio simul rem et poenam persequebatur, Iustinian. Quamobrem formula erat: Aio maevium vi vestem mihi eripuisse, atque, eius rei nomine, eum quadruplum mihi dare oportere. Ioh. Rosin. Antipq.… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • ευήλατος — η, ο (Α εὐήλατος, ον) (για μέταλλα) αυτός που μπορεί να σφυρηλατηθεί ή έχει σφυρηλατηθεί καλά αρχ. 1. αυτός πάνω στον οποίο μπορεί κάποιος να ιππεύει ή να κινείται εύκολα (α. «λείαν καὶ εὐήλατον ὁδόν» β. «ἡ τῆς ἀρετῆς [ὁδὸς] τὰ πρῶτα οὐκ εὐήλατά… …   Dictionary of Greek

  • λειανός — ή, ό 1. λεπτός, λιγνός, ισχνός («λειανά δάχτυλα») 2. το ουδ. ως ουσ. τα λειανά κέρματα, ψιλά 3. φρ. «κάνε μού τα λειανά» ή «δεν μού τά κάνεις λειανά;» εξήγησέ μου λεπτομερώς, δώσε μου περισσότερες εξηγήσεις. [ΕΤΥΜΟΛ. < λείος + κατάλ. ανός,… …   Dictionary of Greek

  • ομαλός — I Οροπέδιο της Κρήτης (1.050 μ.) στην περιοχή των Λευκών Ορέων. Στενά και δυσκολοδιάβατα μονοπάτια το φέρνουν σε επικοινωνία με τις πρώην επαρχίες Κυδωνία, Σέλινο και Σφακιά. Πρόκειται για ευφορότατη περιοχή, όπου καλλιεργούνται πολλά δέντρα και… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.